19
Ιουλ 11
Τελευταία Ενημέρωση στις 27 Ιούλιος 2011
Εκτύπωση

Εκπαίδευση

ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ

Το εκπαιδευτικό μας σύστημα θεωρείται ακόμη συγκεντρωτικό με τάσεις αποκέντρωσης.

Μολονότι η χώρα μας, για διοικητικούς λόγους, είναι χωρισμένη σε περιφέρειες και νομούς, κέντρο λήψεως αποφάσεων παραμένει το ΥΠ.Ε.Π.Θ. Στην κορυφή της διοικητικής πυραμίδας του συστήματος είναι ο Υπουργός με άμεσο συνεργάτη του τον Υφυπουργό και συμβουλευτικό εκπαιδευτικό οργανισμό το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο. Στην προς τα κάτω διαστρωμάτωση της πυραμίδας έπονται οι Διευθύνσεις και τα Τμήματα με ανάλογο διοικητικό έργο. Σε περιφερειακό επίπεδο αρμοδιότητες παρέχονται στις κατά τόπους Νομαρχίες, στις εκπαιδευτικές Διευθύνσεις με τα Γραφεία των εκπαιδευτικών προϊσταμένων. Τέλος το εκπαιδευτικό έργο εκτελούν βάσει νόμων και εγκυκλίων του Υπουργείου οι σχολικές μονάδες, στις οποίες προΐσταται ο Διευθυντής με τον Υποδιευθυντή, με κύριο όργανο για τις σχολικές αποφάσεις το Σύλλογο διδασκόντων και συμβουλευτικό όργανο το Σχολικό Συμβούλιο στο οποίο συμμετέχει και το Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων.

Την επιστημονική, παιδαγωγική και διδακτική καθοδήγηση στους διδάσκοντες ασκούν οι Σχολικοί Σύμβουλοι.

Για κάθε βαθμίδα της ελληνικής εκπαίδευσης υπάρχει ένα αναλυτικό πρόγραμμα από το οποίο δεν επιτρέπονται παρεκκλίσεις σε ολόκληρη τη χώρα. Ακόμη και η ιδιωτική εκπαίδευση ελέγχεται από το ΥΠ.Ε.Π.Θ. και ακολουθεί το ίδιο πρόγραμμα. Στις 30-9-1985 τέθηκε σε ισχύ ο Νόμος 1566 κι ένας νέος θεσμός ιδρύθηκε με σκοπό να βοηθάει το Υπουργείο για το σχεδιασμό προγραμμάτων, μεθόδων, τη σύνταξη ή τη χρησιμοποίηση των διδακτικών βιβλίων και ό,τι έχει σχέση με την παροχή εκπαίδευσης. Ο καινούριος αυτός θεσμός είναι το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, το οποίο αποτελείται από 75 μέλη. Το Π.Ι. έχει συμβουλευτικό χαρακτήρα. Σύμφωνα με το συγκεντρωτικό εκπαιδευτικό μας σύστημα ο Υπουργός Παιδείας έχει το δικαίωμα να αποφασίζει για την εφαρμογή των προτάσεων του Π.Ι. πρέπει όμως να γίνει παραδεκτό ότι ο ρόλος του Π.Ι., παρ όλες τις αδυναμίες του, (γιατί εκτός από τα υπαρξιακά προβλήματα που κατά καιρούς βίωσε δεν έχει εξειδικευμένο προσωπικό), φαίνεται να είναι πολύ χρήσιμος στην Ειδική Αγωγή.

Οι Σχολικοί Σύμβουλοι, που αντικατέστησαν τους επιθεωρητές το 1981, προσπαθούν να πείσουν τους διδάσκοντες στα ειδικά σχολεία να τροποποιούν τις μεθόδους και τα διδακτικά βιβλία, που στέλλονται από το Υπουργείο τα οποία είναι γραμμένα για τα παιδιά χωρίς ειδικές μαθησιακές ανάγκες. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη δεν υπάρχουν ειδικά βιβλία για παιδιά των ειδικών σχολείων και οι διδάσκοντες σε αυτά ζητούν από το Υπουργείο να λύσει το πρόβλημα του διδακτικού υλικού. Έτσι η προοπτική της Κυβέρνησης είναι να φέρει στο φως νέα βιβλία και σύγχρονο διδακτικό υλικό.

Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Ακόμη και σήμερα ο αριθμός των ειδικών σχολείων είναι μικρός και μόνο 13000-15000 βρίσκουν θέση σ’ αυτά τα σχολεία. Δεν έχουμε ακριβή στατιστικά στοιχεία που αφορούν τον αριθμό των παιδιών με μαθησιακές ειδικές δυσκολίες, αλλά αν αποδεχτούμε το διεθνές νούμερο ότι τα παιδιά με ειδικές ανάγκες αποτελούν το 10% του μαθητικού πληθυσμού, τότε θα πρέπει να ανέρχονται σε 180.000-200.000 περίπου, αφού ο ολικός πληθυσμός των μαθητών της γενικής εκπαίδευσης είναι περίπου 200.000.000

Το1991 υπήρχαν 37 Ειδικά Νηπιαγωγεία , 131 Ειδικά Δημοτικά Σχολεία , 7 Γυμνάσια και 5 Λύκεια.
Από το 1984 ιδρύθηκαν ειδικές τάξεις σε πολλά κανονικά δημόσια σχολεία. Πιστεύεται ότι οι ειδικές τάξεις εξυπηρετούν και το πνεύμα της ενσωμάτωσης , αλλά στην πραγματικότητα εξυπηρετούν αδύνατα στα μαθήματα παιδιά και λιγότερο παιδιά με ειδικές μαθησιακές δυσκολίες .

Το 1988 ένα πρόγραμμα που υποστηρίζεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση με την επωνυμία HELIOS τέθηκε σε εφαρμογή για παιδιά με ειδικές δυσκολίες , που φοιτούν σε ειδικές τάξεις μαζί με τα κανονικά παιδιά. Αυτό φαίνεται χρήσιμο, γιατί τα αποτελέσματα κρίνονται ικανοποιητικά.

ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ

Η εκπαιδευτική πολιτική της Κυβέρνησης όσον αφορά τα άτομα με ειδικές ανάγκες βαδίζει στην προοπτική της ενσωμάτωσης. Από έρευνα όμως που έγινε από το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο το 1994, εκδόθηκε από τον οργανισμό Εκδόσεων Σχολικών Βιβλίων το 1995 και έφτασε στα χέρια μας το 1997, το 63% των ερωτηθέντων εκπαιδευτικών της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης θεωρούν ότι δεν είναι ακόμη δυνατή η ενσωμάτωση των παιδιών με Ειδικές Ανάγκες στα κανονικά σχολεία. Η κτιριακή υποδομή, η μη ακόμα σωστή ενημέρωση των εκπαιδευτικών, αλλά και της κοινωνίας είναι μερικοί από τους λόγους που αναφέρονται. Η ιδανική, πάντως λύση είναι η ενσωμάτωση που οδηγεί στην εκπαίδευση των παιδιών με Ειδικές Ανάγκες όχι σε απομονωμένα σχολικά περιβάλλονται, αλλά μαζί με το κύριο ρεύμα των μαθητών μας. Η ανάπτυξη του πνεύματος της ενσωμάτωσης είναι το κύριο μέλημα, που έκδηλα είναι ο καλύτερος δρόμος για τη σχολική, αλλά και κοινωνική ένταξη των παιδιών αυτών.