19
Ιουλ 11
Τελευταία Ενημέρωση στις 25 Ιούλιος 2011
Εκτύπωση

Ιστορία

Οι Σπέτσες σύμφωνα με τα αρχαιολογικά ευρήματα, κατοικήθηκαν από την Πρωτοελλαδική εποχή, δηλαδή περί τα 2300 π.Χ. Λόγω της γεωγραφικής τους θέσης στον Αργολικό κόλπο και των πηγών τους, χρησιμοποιήθηκαν ως σταθμός ανεφοδιασμού των πλοίων που κατευθύνονταν στις Πελοποννησιακές ακτές. Δίπλα στα ευρήματα της Πρωτοελλαδικής εποχής βρίσκονται άλλα των Μυκηναϊκών χρόνων και κατόπιν των πρώτων Βυζαντινών αιώνων. Στην εποχή της Φραγκοκρατίας, οι Σπέτσες υπάγονται στους Ενετούς (1200 -1460) τους οποίους διαδέχονται οι Τούρκοι. Από τον 17ο αιώνα, ο πληθυσμός του νησιού, αυξήθηκε από αποίκους που προέρχονταν από τις Πελοποννησιακές περιοχές της Λακωνίας, Κυνουρίας και Ερμιονίδος.Από τις πληροφορίες και τα ευρήματα, ο αρχικός μεσαιωνικός συνοικισμός των Σπετσών ήταν κτισμένος στη βορειοδυτική πλευρά του νησιού, στη σημερινή περιοχή ΄΄Καστέλι΄΄ που θα πει νησιώτικο κάστρο. Ο συνοικισμός ήταν περιτειχισμένος και είχε την ακρόπολη στο λόφο που βρίσκεται σήμερα ο ναός του Αγίου Βασιλείου.


Η χρυσή εποχή του νησιού αρχίζει τον 18ο αιώνα και επεκτείνεται στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης. Την εποχή αυτή σημαντικότατη ανάπτυξη σημείωσε η Ναυτιλία και συγκροτήθηκε ισχυρότατος στόλος, ο οποίος διατηρήθηκε μέχρι το 1854. Μετά την Ελληνική Επανάσταση του 1821, το νησί βρίσκεται για κάμποσα χρόνια σε ακμή.Με τον ερχομό του 20ου αιώνα οι Σπέτσες αρχίζουν να παρακμάζουν κυρίως λόγω της μετατόπισης της εμπορικής ανάπτυξης και δραστηριότητας στα κέντρα της Σύρας και του Πειραιά .Οι δύο Παγκόσμιοι πόλεμοι φέρνουν φτώχεια στο νησί και πολλοί κάτοικοι αναγκάζονται να το εγκαταλείψουν. Μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου οι Σπέτσες αρχίζουν να ξεπερνούν τα χρόνια της παρακμής και να αναπτύσσονται με γοργούς ρυθμούς εξαιτίας του τουριστικού κύματος που άρχισε να κατακλύζει την Ελλάδα, από τα μέσα της δεκαετίας του 50 και μετά. διατηρώντας όμως τον παραδοσιακό τους χαρακτήρα.

Η συμμετοχή των Σπετσών στην Ελληνική Επανάσταση του 1821

Οι Σπέτσες είναι ένας μικρός τόπος καταξιωμένος εθνικά κυρίως για την πολύτιμη βοήθειά του στον αγώνα της Επανάστασης του 1821 για την απελευθέρωση της Ελλάδος από τον Οθωμανικό ζυγό. Από το 1769 που συμμετείχαν στην Επανάσταση της Πελοποννήσου, γνωστή ως ΄΄Ορλωφικά΄΄ υπέστησαν τη συνέπεια της στάσης τους, με την καταστροφή της πόλης τους από τους Οθωμανούς. Την φιλοπατρία τους όμως οι Σπετσιώτες την έδειξαν και το 1790, όταν έσπευσαν σε βοήθεια του Λάμπρου Κατσώνη. Αλλά και πάλι για το εγχείρημά τους αυτό, υπέστησαν μεγάλες διώξεις. Όταν άρχισε η Παλιγγενεσία του 1821, οι Σπέτσες ήταν το πρώτο από τα τρία μεγάλα ναυτικά νησιά (Σπέτσες, Ύδρα, Ψαρά) που απάντησε στη φωνή της Επανάστασης. Τα τρία νησιά μόλις κήρυξαν την Επανάσταση ύψωσαν στα πλοία τους Επαναστατική σημαία. Στις Σπέτσες αφού κατέλαβαν την Καγκελαρία Διοικητήριο, ΄΄εν ονόματι της Επαναστάσεως΄΄, στις 3 Απριλίου 1821, μετά από την Δοξολογία στο ναό του Αγίου Νικολάου, συγκρότησαν τοπική διοίκηση και αποφάσισαν να γνωστοποιήσουν τα γεγονότα στην Ύδρα τα Ψαρά και σε όλα τα μέρη με τα οποία οι Σπέτσες βρίσκονταν σε επικοινωνία. Με την έναρξη της Επανάστασης ο Σπετσιώτικος στόλος ανέλαβε και πέτυχε τον αποκλεισμό δύο σπουδαίων φρουρίων της Πελοποννησιακής ακτής της Μονεμβασιάς με μοίρα πλοίων υπό την αρχηγία του Γ. Πάνου και του Ναυπλίου με αρχηγό την Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα. Ο μόνος τρόπος για να ΄΄πέσουν΄΄ τα κάστρα αυτά, πραγματικά απόρθητα στις επιθέσεις της ξηράς, ήταν ο θαλάσσιος αποκλεισμός ώστε να σταματήσει η τροφοδοσία τους από τα τουρκικά και συμμαχικά προς αυτούς πλοία. Με τις ενέργειες των Σπετσιωτών επιτυγχάνεται η προσχώρηση στην Επανάσταση της Ύδρας και των Ψαρών.

Συγχρόνως ο στόλος των Σπετσών βύθισε και κυρίεψε οθωμανικά πλοία στο Αιγαίο και ενίσχυσε τον αγώνα του Έθνους με τον αποκλεισμό λιμανιών και τη μεταφορά εφοδίων. Τον Ιούλιο του 1821, Σπετσιώτικα πλοία καταναυμάχησαν κοντά στη Σάμο και πυρπόλησαν μέρος του οθωμανικού στόλου και λίγο αργότερα, κατόρθωσαν να αποκρούσουν ισχυρό Οθωμανικό στόλο στον όρμο των κτιρίων της Μάνης. Στις 23 Ιουλίου του 1821 παραδόθηκε η Μονεμβασιά μετά από 4μηνη πολιορκία, κατά την οποία οι Σπετσιώτες αγωνίστηκαν ηρωικά. Στην πολιορκία του Ναυπλίου οι Σπετσιώτες έδειξαν γενναιότητα και αυτοθυσία. Από θάλασσα πολέμησαν στο πλευρό της Μπουμπουλίνας και των άλλων καπεταναίων. Με τις βάρκες τους και κάτω από καταιγισμό κανονιοβολισμών, προσπαθούσαν άνισα να αποβιβαστούν και να καταλάβουν τα απόρθητα κάστρα του Ναυπλίου. Στην άλωση της Τριπολιτσάς οι Σπετσιώτες έπαιξαν επίσης σπουδαίο ρόλο. Έλαβαν μέρος από την αρχή στην πολιορκία της πόλεως και κατά την ημέρα της άλωσης 29 Σεπτεμβρίου του 1821 - οι Σπετσιώτες πρώτοι από όλους τους Έλληνες πολιορκητές - έφτασαν στα τείχη της πόλης. Τον Ιούλιο του 1822 ο Σπετσιώτικος στόλος στάλθηκε στη Σούδα της Κρήτης, εναντίον μοίρας του Αιγυπτιακού στόλου, τον οποίο κατεδίωξε μέχρι τον Ελλήσποντο. Τον ίδιο χρόνο οι Σπετσιώτες αγωνίστηκαν κατά του Δράμαλη και κατόρθωσαν να αποκρούσουν επίθεση του Οθωμανικού στόλου στο νησί τους, ενώ παράλληλα αγωνίζονταν στο πλευρό των Μεσολογγιτών.

Η καταναυμάχηση του Οθωμανικού στόλου κατά τη ναυμαχία της 8ης Σεπτεμβρίου 1822.

Μετά την καταστροφή του Δράμαλη από τον Κολοκοτρώνη στα Δερβενάκια, ο αγώνας για τους Οθωμανούς στην Πελοπόννησο είχε κριθεί. Ελάχιστα ήταν τα φρούρια που πρόβαλαν αντίσταση, όπως το περίφημο φρούριο του Παλαμηδίου στο Ναύπλιο. Το φρούριο αυτό το πολιορκούσε από ξηρά ο Δημήτριος Υψηλάντης και από τη θάλασσα η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα. Ο Οθωμανικός στόλος σε μια ύστατη προσπάθεια να ανεφοδιάσει το Ναύπλιο, έπλευσε προς τον Αργολικό κόλπο. Το σχέδιο προέβλεπε και επίθεση εναντίον των Σπετσών πρώτα και της Ύδρας κατόπιν. Ο Χατζηγιάννης Μέξης ανέλαβε την άμυνα του νησιού μαζί με τα παιδιά του, τους συγγενείς του και 30 άλλους Σπετσιώτες πολεμιστές στήνοντας στο νησί τρία κανονιοστάσια. Φρόντισε και απομάκρυνε τα γυναικόπαιδα από το νησί, μεταφέροντάς τα στην ΄Ύδρα, που θεωρούνταν δυσπρόσιτη εξαιτίας του απόκρημνου του εδάφους της. Στις 8 Σεπτεμβρίου τα εχθρικά πλοία εμφανίστηκαν μπροστά από τις Σπέτσες και συγκεκριμένα στην περιοχή ανάμεσα στα νησιά Τρικέρι και Σπετσοπούλα.

Ο άνεμος που ήταν βορειοανατολικός την ημέρα εκείνη ευνοούσε τον εχθρικό στόλο. O ελληνικός στόλος αποτελούμενος από σπετσιώτικα, υδραίικα και ψαριανά καράβια με αρχηγό τον ναύαρχο Ανδρέα Μιαούλη, θέλησε να κινηθεί προς το μυχό του Αργολικού κόλπου, σε μια προσπάθεια να παρασύρει εκεί τα εχθρικά πλοία και να τα καταναυμαχήσει. Μάλιστα ο Μιαούλης ύψωσε και το σχετικό σήμα ώστε ο στόλος να τον ακολουθήσει. Την ίδια στιγμή όμως οι Σπέτσες έμειναν ανυπεράσπιστες. Τότε οι Σπετσιώτες πλοίαρχοι Ι. Τσούπας, Δ. Λάμπρου και Ι. Κούτσης μαζί με τον Υδραίο πλοίαρχο Α. Κριεζή δεν υπάκουσαν στις διαταγές του ναυάρχου Μιαούλη και επιτέθηκαν στους Οθωμανούς. Λίγο αργότερα οι άλλοι Σπετσιώτες πλοίαρχοι ενώθηκαν με τους πρώτους στην προσπάθεια να απωθήσουν τον εχθρό. Η υπεροχή του Οθωμανικού στόλου σε αριθμό, μέγεθος και οπλισμό ήταν μεγάλη. Παρά τον αντίθετο άνεμο, κατέφθασαν και άλλα ελληνικά πλοία και άρχισε η ναυμαχία που συνεχίστηκε μέχρι τις απογευματινές ώρες. Ο θόρυβος από τις εκπυρσοκροτήσεις των πυροβόλων 140 και πλέον πλοίων που έπαιρναν μέρος στη ναυμαχία ήταν τόσο μεγάλος, ώστε σειόταν το έδαφος της Ύδρας. Ο χώρος μεταξύ Ύδρας και Σπετσών είχε καλυφθεί με τόσο καπνό, ώστε οι Υδραίοι νόμισαν πως καιγόντουσαν οι Σπέτσες. Η στιγμή ήταν πολύ κρίσιμη και η χρήση των πυρπολικών ήταν δύσκολη λόγω του πυκνού καπνού που κάλυπτε τα πάντα, αν και ο Υδραίος πυρπολητής Πιπίνος είχε ήδη χρησιμοποιήσει με επιτυχία το το πυρπολικό του πάνω σε ένα Αλγερινό βρίκι. Την στιγμή αυτή εμφανίζεται ο Σπετσιώτης πυρπολητής Κοσμάς Μπαρμπάτσης. Ατρόμητος, αποφασιστικός, με το μαχαίρι στο χέρι πηδάει στην πρύμνη του πυρπολικού του, παρασύρει με το θάρρος του το πλήρωμά του και μέσα σε πανδαιμόνιο κανονιοβολισμών, εφορμά στο κέντρο του οθωμανικού σχηματισμού με στόχο την ανάφλεξη της ναυαρχίδας.

Οι Οθωμανοί εκπλήσσονται από το θάρρος και την παράτολμη αυτή ενέργεια και αρχίζουν να υποχωρούν. Η Τούρκικη ναυαρχίδα αναφλέγεται και καταποντίζεται όπως αναφέρει η παράδοση μπροστά στο λιμάνι. Ο Οθωμανικός στόλος λίγο αργότερα αφήνει τον Αργολικό κόλπο, χωρίς να ανεφοδιάσει το Ναύπλιο, το οποίο παραδίδεται στους ΄Έλληνες στις 30 Νοεμβρίου 1822. Τα επόμενα χρόνια οι Σπετσιώτες συνεχίζουν ακατάπαυστα τον αγώνα για την απελευθέρωση της Ελλάδας, μέχρι την άφιξη του Καποδίστρια (1828). Διαπρέπουν κυρίως στις ναυμαχίες της Σάμου, Κω, Γέροντα και στον αγώνα της κατά θάλασσα στήριξης του στενά πολιορκούμενου Μεσολογγίου.

Ιστορικό Μουσείο Σπετσών

Το Μουσείο Σπετσών άρχισε να λειτουργεί ως αρχαιολογική, ιστορική και λαογραφική συλλογή του νησιού από το 1939, στο αρχοντικό Χατζηγιάννη Μέξη που έχει ανακηρυχθεί διατηρητέο μνημείο από το 1924.Το επιβλητικό αυτό κτίριο με τις υψηλές καμάρες φιλοξενεί αντικείμενα που αντιπροσωπεύουν περισσότερα από 4.000 χρόνια πολιτιστικής ιστορίας του νησιού, όπως :

- Κεραμικά πρωτοελλαδικής περιόδου.
- Επιτύμβιες στήλες και γλυπτά της Ρωμαϊκής περιόδου.
- Κεραμικά ανατολίτικης και ευρωπαϊκής τέχνης, από τα ταξίδια των
- Σπετσιωτών στα τέλη του 18ου αιώνα .
- Συλλογή μεταβυζαντινών και Ρωσικών εικόνων.
- Σημαντικά κειμήλια της Επανάστασης του 1821 (μεταξύ των οποίων τη σημαία της Επανάστασης, την οστεοθήκη της Μπουμπουλίνας, όπλα και προσωπογραφίες των Σπετσιωτών ναυμάχων και σπάνια ξύλινα ακρόπρωρα).-Οικία Χατζηγιάννη Μέξη